Η εικόνα της πόλης της Θεσσαλονίκης ήταν πολύ διαφορετική πριν την μεγάλη πυρκαγιά του 1917, αλλά και τελείως διαφορετική στα σχέδια του αρχιτέκτονα Έρνεστ Εμπράρ που ανέλαβε να την αναδιαμορφώσει σε σχέση με το τελικό αποτέλεσμα.

«Το αυτοκίνητο, προσπερνώντας τη Γεωργική Σχολή, έστριψε δεξιά και πήρε τον μεγάλο δρόμο. Ολόγυρα ξερά χωράφια κι ανάρια σπίτια της περιχωρικής ζώνης, αριστερά λίγη θάλασσα.

– Το τοπίο δε μου φαίνεται πολύ τρελό, μουρμούρισε ο Βάσιας.

– Άσε να δεις και την πόλη…

Έφτασαν στο Ντεπό κι άρχισαν να χορεύουν στο καλντερίμι τής κεντρικής αρτηρίας. Από τις δυο μεριές τού δρόμου ορθώνονταν παλαιϊκά σπίτια μέσα σε κήπους, ένα είδος βίλες ρυθμού fin de siècle, αρκετά άσχημες και παραμελημένες. Πού και πού μίζερα μαγαζιά και κανένα σπάνιο καινούργιο σπίτι, πάντοτε κακόγουστο. Ο Μιχάλης εξήγησε πως περνούσαν την προπολεμική αριστοκρατική συνοικία, που γλίτωσε από την πυρκαγιά του 1916.

– Τώρα φτάνουμε στην παλιά πυρίκαυστη ζώνη, όπου χτίστηκε η καινούργια, μοντέρνα πόλη, που αποτελεί το κέντρο, σαν να λέμε ‘το Σίτυ’…

– Να ιδούμε και το ‘Σίτυ’…

Ξεμπούκαραν σε μια παραλιακή πλατεία στολισμένη με τον Λευκό Πύργο. Ο δρόμος ακολουθούσε τώρα τη θάλασσα. Από τη μεριά τής στεριάς ήταν πλαισιωμένος με ψηλά, καινούργια σπίτια, σπάνιας ασχήμιας. Αυτοί πήραν έναν λοξό δρόμο –την οδό Τσιμισκή–, πλατύ, με καλή προοπτική, τριγυρισμένο κι αυτόν από παρόμοια, αηδιαστικά οικοδομήματα.

– Δεν έχει αρχιτέκτονες εδώ; ρώτησε ο Βάσιας,

– Ό,τι θέλεις έχει. Και καλλιτεχνική κίνηση ακόμη. Μόνο γούστο δεν έχει…».

Με αυτόν τον τρόπο, ο Μ. Καραγάτσης επέλεξε να περιγράψει τη Θεσσαλονίκη τής δεκαετίας του 1930 στο βιβλίο του «Ο Γιούγκερμαν και τα στερνά του». Άραγε, η πόλη φαινόταν τόσο άσχημη στα μάτια ενός κοσμοπολίτη Φινλανδού –και πάμπλουτου οικονομικού παράγοντα της πρωτεύουσας της Ελλάδας;

Αν εξαιρέσουμε την ημερομηνία της πυρκαγιάς (συνέβη το 1917 και όχι το 1916, που αναφέρει το βιβλίο), ο Μ. Καραγάτσης αναφέρεται στη Θεσσαλονίκη που άλλαζε διαρκώς. Συνοπτικά, ώς τη δεκαετία του 1930 είχαν συμβεί τα εξής: η πόλη είχε αρχίσει (ήδη από τα τέλη του 19ου αιώνα) να επεκτείνεται λόγω της αύξησης του πληθυσμού και να διαθέτει υποδομές που την έκαναν (το 1912) να προβάλλεται ως «η πιο σύγχρονη πόλη της οθωμανικής αυτοκρατορίας». Από το 1912 και μετά, οι ελληνικές αρχές άρχισαν να ασχολούνται με την εκπόνηση ενός νέου σχεδίου πολεοδόμησης, τα σχέδια ωστόσο διακόπηκαν το 1914, λόγω του πρώτου παγκοσμίου πολέμου.

Η έλευση της Στρατιάς της Ανατολής στη Θεσσαλονίκη έφερε και τις ανάγκες ενός επιπλέον πληθυσμού 200.000 στρατιωτών. Ακολούθησε η πυρκαγιά τού 1917 και η επιτακτική ανάγκη για έναν νέο πολεοδομικό, αλλά και αρχιτεκτονικό σχεδιασμό. Η κυβέρνηση Βενιζέλου συγκρότησε επιτροπή με επικεφαλής τον πολεοδόμο Ερνέστ Εμπράρ, προκειμένου να σχεδιάσουν μια πόλη που θα ανταποκρινόταν στις ανάγκες τού μέλλοντος. Έτσι και συνέβη: ωστόσο, το σχέδιο προχώρησε μόνο μερικώς, για λόγους που θα δούμε παρακάτω.

Όμως, η Θεσσαλονίκη άλλαζε ήδη φυσιογνωμία, καθώς μεταξύ 1921-1924 γνώρισε μια νέα αύξηση του πληθυσμού της, λόγω των προσφύγων που κατέφτασαν. Την ίδια στιγμή, ένας μεγάλος αριθμός Εβραίων μετανάστευε στη Δυτική Ευρώπη και στην Παλαιστίνη (ακόμη δεν υπήρχε το κράτος του Ισραήλ), τα ακίνητα στο κέντρο της πόλης είχαν αλλάξει χέρια, ενώ η παλαιά δομή τής Θεσσαλονίκης (με σαφή διαχωρισμό των κατοίκων της με βάση την κοινοτική ή θρησκευτική τους ταυτότητα) είχε διαλυθεί. Πλέον, η νέα δομή προσανατολιζόταν προς την προώθηση του αστικού τρόπου ζωής.

Οι πρώτες κινήσεις

Από το 1893, όταν εξελέγη δήμαρχος της πόλης, ο Χαμδί βέη προχώρησε σε εντυπωσιακές κινήσεις: άρχισε να χτίζει δημοτικά κτίρια, να φροντίζει τους δημόσιους χώρους, ενώ παράλληλα νέες συνοικίες, όπως η Χαμηδιέ, ανοικοδομούνταν με σύγχρονη ρυμοτομία, καθώς σχεδιάζονταν και νέα έργα υποδομής (όπως το δίκτυο ύδρευσης και οι αστικές συγκοινωνίες). Ταυτόχρονα, εγκαινιάστηκαν δύο σιδηροδρομικές γραμμές (προς το Μοναστήρι και προς την Κωνσταντινούπολη), επεκτάθηκε το λιμάνι και διαπλατύνθηκε η παραλιακή οδός.

Το 1913 συστάθηκε από τον Κωνσταντίνο Ρακτιβάν η Επιτροπή Εξωραϊσμού, προκειμένου να εκπονήσει ένα σχέδιο για την πόλη. Στις προτάσεις περιλαμβάνονταν η διάνοιξη της Εγνατίας και η διαπλάτυνση της Βενιζέλου (στα 24 μέτρα για κάθε δρόμο), καθώς και η διάνοιξη πλατειών και η ανάδειξη μνημείων.
Το διοικητικό κέντρο της Θεσσαλονίκης (Ε. Εμπράρ, 1920), όπου διακρίνονται το δημαρχείο και το δικαστικό μέγαρο. Αρχείο Αλέξανδρου και Στέφανου Καλλιγά.
Ο πόλεμος διέκοψε τις εργασίες της επιτροπής και η πυρκαγιά τού 1917 δημιούργησε ένα εντελώς νέο σκηνικό: εξαφάνισε την παραδοσιακή όψη τής Θεσσαλονίκης, κατέστησε 70.000 ανθρώπους αστέγους, κατέστρεψε αρχεία, δημόσια κτίρια, μνημεία, λατρευτικούς χώρους, συναγωγές και ναούς…

Το σλάιντ απαιτεί την χρήση JavaScript.

Μια νέα σελίδα

Στις 11 Αυγούστου 1917, μόλις έξι ημέρες μετά την πυρκαγιά που κατέκαψε μεγάλο μέρος τής Θεσσαλονίκης, σε σύσκεψη ειδικών υπό τον υπουργό Συγκοινωνίας Αλέξανδρο Παπαναστασίου προτάθηκε «η καείσα περιοχή να απαλλοτριωθή και να εκποιηθούν τα σχηματιζόμενα οικόπεδα μετά την νέαν ρυμοτομίαν, προτιμωμένων των παλαιών οικοπεδούχων».

Οι πρώτες αποφάσεις αφορούσαν την πλήρη αναδιάταξη του ιστού της πόλης, την απαλλοτρίωση της καμένης ζώνης και την εκποίηση των νέων οικοπέδων. Η επιθυμία να επανασχεδιαστεί η πόλη προερχόταν από τον ίδιο τον Ελευθέριο Βενιζέλο. Ο Παπαναστασίου, από την άλλη, έφριττε με τους «ανθυγιεινούς όρους τής Θεσσαλονίκης, εκεί όπου δεν έγινε πυρκαγιά. Τους ανθυγιεινούς όρους δεν δημιούργησεν η πυρκαϊά, αλλ’ η κατάστασις, η οποία υφίσταται εις το ανατολικόν μέρος τής πόλεως. Εις την Θεσσαλονίκην οργιάζει η αυθαίρετος κρίσις τής ατομικής ιδιοκτησίας. Εν μικρόν οικόπεδον εμποδίζει την χρήσιν ενός πολύ μεγαλύτερου οικοπέδου ευρισκομένου εις το ενδότερον του τετραγώνου και ούτω καθ’ εξής».
Το σχέδιο Εμπράρ για τη μνημειακή πλατεία περιέχει πολλά στοιχεία τόσο για το δημαρχείο όσο και για τα υπόλοiπα κτίρια του συγκροτήματος. Στα αξιοσημείωτα: τα κιόσκια στην κεντρική νησίδα της Εγνατίας, το κτίριο της αστυνομίας, οι ενδιαφέρουσες κατόψεις των τεσσάρων μεγάλων κτιρίων και οι δύο υπαίθριοι χώροι στάθμευσης πίσω από την αψίδα (Εμπράρ – Ντρέϊφους, 1923).
Το 1917 ο πολεοδόμος Ερνέστ Εμπράρ βρισκόταν επιστρατευμένος στη Θεσσαλονίκη, ως διευθυντής της Αρχαιολογικής Υπηρεσίας τής Στρατιάς της Ανατολής, με τη φιλοδοξία η παρουσία της να σημαδευτεί όχι μόνον από στρατιωτική νίκη, αλλά και από επιστημονικό έργο. Οι γαλλικές δυνάμεις ενώθηκαν με τις αγγλικές, αλλά και τις ντόπιες και έτσι (στις 11 Οκτωβρίου 1917) καθορίστηκε με υπουργική απόφαση η οριστική σύνθεση της Επιτροπής Σχεδίου, με μέλη τον αρχιτέκτονα Τόμας Μόσον, τον πολιτικό μηχανικό Ζαν Πλεϊμπέρ, τον αρχιτέκτονα Ερνέστ Εμπράρ, τον πολιτικό μηχανικό Άγγελο Γκίνη, τον αρχιτέκτονα Αριστοτέλη Ζάχο, τον αρχιτέκτονα Κωνσταντίνο Κιτσίκη και τον δήμαρχο Θεσσαλονίκης Κωνσταντίνο Αγγελάκη. Ο Εμπράρ ανέλαβε την καθοδήγηση της ομάδας, με τον Αλέξανδρο Παπαναστασίου να δηλώνει: «Στη Θεσσαλονίκη ερμηνεύσαμε τα ιδεώδη του κ. Βενιζέλου, που συνέλαβε την ιδέα μιας ανακαινισμένης πόλης, η οποία θα είναι το λιμάνι, το εμπορικό και το βιομηχανικό κέντρο τής Μακεδονίας και των παραπέρα περιοχών και, συγχρόνως, το πνευματικό και κοινωνικό τους κέντρο, με τα κτίσματα της περιφερειακής διοίκησης, το δικαστήριο, μιαν ελκυστική περιοχή κατοικίας και ένα σύγχρονο πανεπιστήμιο».

Παράλληλα με την Επιτροπή Σχεδίου, επιτροπή νομικών ανέλαβε να εκπονήσει το νομικό πλαίσιο, με βάση το οποίο θα ήταν δυνατή η εφαρμογή τού σχεδίου, ενώ μια επιτροπή εμπειρογνωμόνων και τοπογράφων ανέλαβε την καταγραφή των ζημιών και την αξιολόγηση της αξίας της γης.

Τα σχέδια

Η δουλειά ήταν υποδειγματική και αποτέλεσε την πρώτη μεγάλη πολεοδόμηση του 20ού αιώνα: στο πλαίσιό της, σχεδιάστηκαν κεντρικοί άξονες κάθετοι προς τη θάλασσα και δημιουργήθηκαν τέσσερις ενότητες γραμμικών χώρων (οι άξονες της Αριστοτέλους, της Αγίας Σοφίας, της Δημητρίου Γούναρη και των ανοικτών χώρων από το πανεπιστήμιο ώς την παραλία).

Η Αριστοτέλους (λεωφόρος Κοινωνίας των Εθνών) ήταν η μεγάλη καινοτομία τού σχεδίου. Το λιμάνι επεκτάθηκε προς τα δυτικά, ενώ προτάθηκαν νέες επεκτάσεις, ώστε η Θεσσαλονίκη να μπορεί να στεγάσει 350.000 κατοίκους. Παράλληλα, προσδιορίστηκαν οι ζώνες βιομηχανικών χρήσεων προς τα δυτικά και κατοικιών στα ανατολικά, ενώ έμφαση δόθηκε στα γεωμετρικά οικοδομικά τετράγωνα.

Στα σχέδια προβλεπόταν η Place Civique, όπου θα ανεγείρονταν το δημαρχείο, το δικαστικό μέγαρο και άλλα κτίρια δημοσίων υπηρεσιών. Αυτή η πλατεία επρόκειτο να χωροθετηθεί στο σημείο όπου σήμερα βρίσκεται η ρωμαϊκή αγορά (η ανασκαφή που αποκάλυψε τα αρχαία ήταν εκείνη που ματαίωσε τη δημιουργία της, τη δεκαετία του 1960). Εκεί, επίσης, επρόκειτο να χτιστεί μια αψίδα, ενώ ιδιαίτερη έμφαση δινόταν στο πράσινο, με τη δημιουργία μεγάλων κήπων και πάρκων.

Περαιτέρω, προβλεπόταν (σε διάφορα σημεία τού κέντρου) η ανέγερση των μεγάρων των συντεχνιών, του ταχυδρομείου και του χρηματιστηρίου, κάτι που (προφανώς…) δεν έγινε. Σχεδιάστηκαν οι πλατείες που πλαισιώνουν μνημεία και δημόσια κτίρια, όπως του Βαρδαρίου («Faubourg Vardar» στο σχέδιο), του Λευκού Πύργου, της Αχειροποιήτου, του Διοικητηρίου και του Σιντριβανίου, εκπονήθηκαν σχέδια για τις βιομηχανικές περιοχές, τους εργατικούς συνοικισμούς και την επέκταση της πόλης (τόσο ανατολικά όσο και δυτικά), ενώ τέθηκαν και περιορισμοί ως προς το ύψος των κτιρίων.

Το σχέδιο Εμπράρ χρειάστηκε να αλλάξει αρκετές φορές στην πορεία, προσπαθώντας να παρακάμψει εμπόδια… Είναι χαρακτηριστικό ότι την εποχή εκείνη οι φήμες περί «μεγάλων κεφαλαιούχων», «ξένων ενδιαφερομένων» και «εκμεταλλευτών των οικοπεδούχων που ανεκάλυψαν νέον Παναμάν» είχαν μεγάλη πέραση στους κατοίκους τής πόλης και της πυρικαύστου, με αποτέλεσμα να σημειώνονται σοβαρές δυσχέρειες στη διαδικασία εκποίησης. Έτσι, η αρχική μορφή τού σχεδίου Εμπράρ (του 1918) διαφέρει από εκείνη του 1921 (η οποία τελικώς εγκρίθηκε), καθώς έγινε προσαρμογή προς το ρεαλιστικότερο: σε αυτό το πλαίσιο, ωστόσο, μειώθηκε ο δημόσιος χώρος, ενώ αργότερα, με το γνωστό ελληνικό «πρότυπο» της αντιπαροχής, αυξήθηκε η δόμηση –μάλιστα, σε ορισμένα σημεία διπλασιάστηκε σε σχέση με την αρχικώς προβλεπόμενη. Τα αποτελέσματα φαίνονται σε πυκνοκατοικημένα σημεία με κακές συνθήκες αερισμού, όπως η Ιασωνίδου ή η Ολύμπου.

Μια «άλλη» πόλη

Εκτός από τον πολεοδομικό σχεδιασμό, το σχέδιο Εμπράρ προέβλεπε και για το αρχιτεκτονικό ύφος: στο πλαίσιο αυτό, όλα τα κτίρια κατά μήκος τού άξονα θα είχαν ενιαία έκφραση, με την τοξωτή φυσιογνωμία και μια μορφολογία σε επιμέρους στοιχεία, όπως τα κιονόκρανα, που παραπέμπουν μεν σε Βυζάντιο, πρόκειται ωστόσο για ευρωπαϊκή αρχιτεκτονική (εφαρμογές αυτής της έκφρασης βλέπουμε στη Rue de Rivoli, στο Παρίσι, και στο Λιστόν τής Κέρκυρας).
Η πλατεία Αριστοτέλους και η διαμόρφωση της παραλίας σύμφωνα με το σχέδιο Εμπράρ (Εμπράρ – Ντρέϊφους, 1923).
Σήμερα κάποιες πολυκατοικίες διαθέτουν αυτήν την αρχική μορφή, παρότι στα αρχικά σχέδια υπήρχε ακόμη μεγαλύτερη επεξεργασία. Το «Ολύμπιον», για παράδειγμα, που σχεδιάστηκε πριν από τον δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο, αν και ολοκληρώθηκε το 1959, φέρει πολλά από τα στοιχεία τού αρχικού σχεδιασμού. Τη δεκαετία τού 1960 το σχέδιο απλοποιήθηκε σημαντικά. Σε γενικές γραμμές, το σχέδιο Εμπράρ εφαρμόστηκε στην πολεοδομική του διάσταση περισσότερο απ’ όσο στην αρχιτεκτονική: ωστόσο, είναι φανερό ότι στη Θεσσαλονίκη έγινε μια σημαντική πολεοδομική παρέμβαση.

Ανακεφαλαιώνοντας, αυτό που έχει μείνει από το σχέδιο Εμπράρ είναι η Αριστοτέλους, οι πλατείες και οι άξονες που προαναφέρθηκαν, καθώς και οι διανοίξεις και οι διαπλατύνσεις δρόμων τού κέντρου. Τα κτίρια της Αριστοτέλους ήταν από τα τελευταία που χτίστηκαν στην πυρίκαυστο. Επίσης, η επέκταση του λιμανιού προς τα δυτικά και όχι προς τα ανατολικά ήταν μια σημαντική παρέμβαση. Την ίδια στιγμή, ωστόσο, οι περιορισμοί καθ’ ύψος δεν τηρήθηκαν, με πρώτα τα κτίρια της Δημητρίου Γούναρη και της πέριξ περιοχής να ορθώνονται σε υπερβολικό για την εποχή ύψος. Τα διοικητικά κτίρια ουδέποτε κατασκευάστηκαν (όπως και η επιβλητική αψίδα ή οι κήποι), ενώ η θέα προς την Άνω Πόλη εμποδίζεται από τις πανύψηλες πολυκατοικίες…

Πώς αξιολόγησε ο ίδιος ο Εμπράρ την εφαρμογή τού σχεδίου του; Ώς το τέλος της ζωής του (πέθανε το 1933) παρακολουθούσε την εξέλιξη της Θεσσαλονίκης, χαρακτηρίζοντας την αρχιτεκτονική «ασήμαντη, αλλά φιλόδοξη» («mediocre et pretentieuse»).Περίπου όπως την περιγράφει ο Γιούγκερμαν, δηλαδή…
Ο Ερνέστ Εμπράρ.
Ερνέστ Εμπράρ (1875-1933)

Γάλλος αρχιτέκτονας και πολεοδόμος. Έζησε και εργάστηκε στο Παρίσι, στη Ρώμη, στην Ελλάδα και στην Ινδοκίνα. Επέστρεψε στην Ελλάδα το 1927, εργάστηκε στο πανεπιστήμιο της Θεσσαλονίκης και στην Αρχιτεκτονική τής Αθήνας, το 1930 γύρισε, ωστόσο, για λόγους υγείας στο Παρίσι, όπου και πέθανε τρία χρόνια αργότερα. Είναι ίσως ο πρώτος αρχιτέκτονας και πολεοδόμος που χρησιμοποίησε τη φωτογραφία ως «σημειωματάριο», ώστε αυτή να του χρησιμεύσει ως εργαλείο έρευνας και αναπαράστασης για τα σχέδιά του.

Μπορείς να βρεις τα παρακάτω βιβλία, αλλά και περισσότερα για την ιστορία της Θεσσαλονίκης, εδώ.

Πηγές:

«Η ανοικοδόμηση της Θεσσαλονίκης μετά την πυρκαγιά του 1917», Αλέκα Καραδήμου-Γερόλυμπου (έκδοση του δήμου Θεσσαλονίκης).

«Η Θεσσαλονίκη πριν και μετά τον Ερνέστ Εμπράρ» και «Σχεδιάζοντας τη Θεσσαλονίκη μετά την πυρκαγιά», Αλέκα Καραδήμου-Γερόλυμπου.

«Η Θεσσαλονίκη πριν και μετά τον Hebrard – Η αρχιτεκτονική μιας πόλης σε μετάβαση», Βασίλης Κολώνας.

«Η ανοικοδόμηση της Θεσσαλονίκης από τον Ερνέστ Εμπράρ», Νίκος Καλογήρου.

«Ερνέστ Εμπράρ, 1875-1933 – Εικόνες από τη ζωή ενός αρχιτέκτονα/ Από την Ελλάδα στην Ινδοκίνα», Χάρης Γιακουμής, Αλέκα Καραδήμου-Γερόλυμπου, Κριστιάν Πεντελαχόρ ντε Λοντίς (εκδόσεις «Ποταμός»).

Δημοσιεύτηκε στο περιοδικό «Επιλογές», τεύχος Οκτωβρίου 2016, της Χριστίνα Ταχιάου.

Advertisements